Κατηγορία: Φιλοσοφικές θεωρίες

Ουμανισμός και ερμηνείες του Πλάτωνα

Ο ουμανισμός αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικότερες όψεις της Αναγέννησης. Οι ουμανιστές στράφηκαν στα κλασικά γράμματα, προεξάρχουσας της πλατωνικής παράδοσης. Στο πλαίσιο του ουμανισμού ο πλατωνισμός δεν εκλήφθηκε πάντοτε με τον ίδιο τρόπο, ούτε ερμηνεύθηκε ενιαία σε όλη τη διάρκεια της Αναγέννησης.

Ουμανισμός και ουμανιστές στην Αναγέννηση

Ήδη από τον 15ο αιώνα η λέξη ουμανιστής (humanista, umanista), χρησιμοποιείτο για τους καθηγητές των πανεπιστημίων που δίδασκαν την αρχαία γραμματεία. Εκείνοι που σήμερα εννοούνται με τον όρο ουμανιστές, όσοι δηλαδή μελετούσαν τις αρχαίες παραδόσεις και πρέσβευαν έναν νέο πολιτισμό που εμφορείτο από τους τρόπους και τις αξίες της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας, αποκαλούνταν literati, poetae και oratores. Αυτός ο νέος πολιτισμός που ξεκινά να συγκροτείται στην Ιταλία του 14ου αιώνα, ο αποκαλούμενος και studia humanitatis ή studia humaniora (ανθρωπιστικές σπουδές), κατέτεινε στην εξέλιξη του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί με τον βέλτιστο τρόπο στις απαιτήσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής του.

Σκαπανέας του του ουμανισμού υπήρξε ο Francesco Petrarca (1304-1374), καθώς πέτυχε να εκφράσει τις καταστατικές αρχές του ουμανισμού που γεννιόταν. Ο Petrarca επιτέθηκε με δριμύτητα στους τρόπους μελέτης και διδασκαλίας της αριστοτελικής φιλοσοφίας που είχαν διαμορφωθεί στα μεσαιωνικά πανεπιστήμια. Ο Αριστοτέλης, κατά τον Petrarca, ήταν σοφός, αλλά όχι θεός. Οι μεσαιωνικοί, αγνοώντας το σπουδαιότερο μέρος της αρχαίας φιλοσοφίας και τους Πατέρες της Εκκλησίας, δεν είχαν καταλάβει πόσο σπουδαιότερος υπήρξε ο Πλάτων. Η πλατωνική φιλοσοφία αποδείκνυε ότι η λογική μπορεί να υποστηρίξει αποτελεσματικά το χριστιανικό δόγμα, δίχως να οδηγεί σε ευθεία αμφισβήτηση κεντρικών παραδοχών του. O Petrarca υποστήριζε ότι και ο Πλάτων δεν ήταν αλάνθαστος, όπως εξάλλου όλοι οι φιλόσοφοι. Μόνο η Θεία Χάρις είναι ικανή να οδηγήσει τον ανθρώπινο νου στην αλήθεια. Ο Petrarca και οι ουμανιστές της πρώιμης Αναγέννησης αναζητούσαν στον κλασικό πολιτισμό γενικότερα και τη φιλοσοφία του Πλάτωνα ειδικότερα τις αξίες και τις αρχές μέσω των οποίων οι άνθρωποι θα επετύγχαναν την ευδαιμονία στην επίγεια ζωή.

Συμπερασματικά, ο ουμανισμός αντιμετώπιζε τη φιλοσοφία ως ένα μέρος της αρχαίας γραμματείας, του οποίου η πλέον ενδιαφέρουσα πλευρά ήταν η ηθική. Ο διαλεκτικός τρόπος παρουσίασης και το εκφραστικό κάλλος των πλατωνικών διαλόγων ανταποκρίνονταν πλήρως στις ανάγκες των ανθρώπων της Αναγέννησης που αναζητούσαν νέες αλήθειες και ομορφιά στην καθημερινότητά τους, διεκδικώντας παράλληλα ενεργότερη συμμετοχή στη διαμόρφωση της πολιτικής. Η πλατωνική φιλοσοφία που προήγαγαν οι ουμανιστές απευθυνόταν σε ανθρώπους της δράσης, σε πολίτες και πολιτικούς, και όχι αποκλειστικά στους ακαδημαϊκούς κύκλους.

Η διάδοση της πλατωνικής γραμματείας και παράδοσης

Στη διάρκεια του Μεσαίωνα ένα μικρό μέρος των πλατωνικών κειμένων ήταν γνωστό στη δυτική Ευρώπη και το ενδιαφέρον για την πλατωνική παράδοση ήταν μειωμένο. Η έντονη αλληλεπίδραση δυτικής και βυζαντινής διανόησης στον 14ο αιώνα συνέβαλε στην αλλαγή πορείας. Η διδασκαλία στη Φλωρεντία του Μανουήλ Χρυσολωρά (1350-1415) δημιούργησε μια γενιά ανθρωπιστών που επιχείρησε να γνωρίσει τους πλατωνικούς διαλόγους. Οι Coluccio Salutati (1331-1406) και Leonardo Bruni (1370-1444) μαγεύτηκαν από τον Πλάτωνα. Το ενδιαφέρον για την πλατωνική φιλοσοφία ενισχύθηκε χάρη στη Σύνοδο της Φεράρας–Φλωρεντίας (1437-1439). Η παρουσία των βυζαντινών απεσταλμένων, ιδίως του Πλήθωνα, προκάλεσε τον θαυμασμό. Εκτιμήθηκε ιδιαιτέρως η ευρυμάθεια και η βαθιά γνώση τους στην πλατωνική φιλοσοφία. Στο α’ περίπου μισό του 15ου αιώνα αρκετοί βυζαντινοί λόγιοι επιχείρησαν τη μετάφραση και τον σχολιασμό έργων του Πλάτωνα και της πλατωνικής παράδοσης στα λατινικά. Μαζί με τα κείμενα και την πλατωνική παιδεία, οι βυζαντινοί λόγιοι, ιδίως οι Βησσαρίων(1403-1472) και Γεώργιος Τραπεζούντιος (1395-1472/3), μετέφεραν στην Ιταλία την παλαιά διαμάχη σχετικά με το εάν η φιλοσοφία του Πλάτωνα είναι συμβατή με εκείνη του Αριστοτέλη και το ποιος εκ των δύο κατέχει το φιλοσοφικό πρωτείο. Παρότι ενδιαφέρουσα, η διαμάχη αυτή δεν φαίνεται να επηρέασε ιδιαίτερα το λατινόφωνο κοινό. Εξίσου περιορισμένη ήταν η απήχηση του έργου που συνέγραψε ο Πλήθων στο διάστημα της παραμονής του στη Φλωρεντία (Περὶ ὧν Ἀριστοτέλης πρὸς Πλάτωνα διαφέρεται). Όμως, η τριβή με τον Πλάτωνα και η παρουσία των βυζαντινών μελετητών του στην Ιταλία ώθησε την πολιτική και πνευματική ηγεσία της Φλωρεντίας να επιδιώξει την ενίσχυση του πλατωνισμού.

Ο πλατωνισμός της ώριμης Αναγέννησης

Ο Marsilio Ficino (1433-1439) ανέλαβε και προώθησε την εκ νέου μετάφραση στα λατινικά και τον σχολιασμό του συνόλου σχεδόν των πλατωνικών διαλόγων, των κυριότερων έργων του νεοπλατωνισμού και αντιπροσωπευτικών κειμένων του αρχαίου μυστικισμού. Ο Ficino έφτασε στο συμπέρασμα ότι στην απώτατη αρχαιότητα υπήρχε μια prisca theologia, μια αρχαία ενιαία θεολογία που περιλαμβάνει τα κείμενα του Πλάτωνα και των Νεοπλατωνικών, την Παλαιά Διαθήκη –ιδίως τα βιβλία του Μωυσή–, τα έργα του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, αλλά και τα Ερμαϊκά συγγράμματα, τους Ορφικούς ύμνους και τα Χαλδαϊκά Λόγια–τα πλέον δηλαδή προβεβλημένα έργα του αρχαίου μυστικισμού. Όλα αυτά τα κείμενα μετέφεραν με διαφορετικούς τρόπους και γλώσσες τη μία και ενιαία αλήθεια που είχε παραδοθεί στους ανθρώπους στο απώτατο παρελθόν. Ο Πλάτων ήταν ένας από τους σημαντικότερους κρίκους σε αυτή την αλυσίδα γνώσης, εκείνος που μπόρεσε να καταστήσει φιλοσοφική αυτή την παράδοση. Η prisca theologia ήταν απόλυτα συνεπής προς τον χριστιανισμό και επέτρεπε τη βαθύτερη και ουσιαστικότερη κατανόηση του δόγματος, μέσω μιας χριστιανοπλατωνικής μεταφυσικής ιεραρχίας. Κεντρική θέση στην ιεραρχία αυτή κατέχει ο άνθρωπος, ο οποίος βρίσκεται στο μέσο της, συνδέοντας το επίπεδο της ύλης με το υπερβατικό. Επιπλέον, ο Ficino υπήρξε η ηγετική μορφή της λεγόμενης Πλατωνικής Ακαδημίας της Φλωρεντίας, η οποία δεν ήταν θεσμοποιημένο ίδρυμα, αλλά περισσότερο κύκλος ανθρώπων με ουμανιστικά ενδιαφέροντα. Η σύνθεση του Ficino, όπως εκφράστηκε στο έργο του Theologia Platonica de immortalitate animae (Πλατωνική θεολογία περί της αθανασίας της ψυχής), υπήρξε καθοριστικής σημασίας και σημάδεψε τον πλατωνισμό της ιταλικής Αναγέννησης.

Στην κατεύθυνση του συγκρητισμού κινήθηκε και ο Giovanni Pico della Mirandola(1463-1494), ο οποίος προσέθεσε στο φιλοσοφικό αμάλγαμα του αναγεννησιακού πλατωνισμού την Kabbalah, το αντιπροσωπευτικότερο κείμενο του εβραϊκού μυστικισμού. Ο Pico υποστήριξε παθιασμένα την εσώτερη συμφωνία όλων των μεγάλων φιλοσοφικών ρευμάτων της αρχαιότητας. Στον 16ο αιώνα, ο Agostino Steuco (1496-1549), στο έργο του De perenni philosophia (Περί αιώνιας φιλοσοφίας) συνόψισε και εξέφρασε με πειστικό τρόπο την πεποίθηση του φλωρεντινού πλατωνισμού για την ύπαρξη μιας ενιαίας αρχαίας θεολογίας, η οποία εκφραζόταν με διαφορετικούς τρόπους σε όλα τα σπουδαία φιλοσοφικά και θρησκευτικά ρεύματα.

Στη διάρκεια του 16ου αιώνα ο πλατωνισμός μεταφράστηκε σε μια νέα φιλοσοφία της φύσης, η οποία ήλθε να καταρρίψει το αριστοτελικό μεσαιωνικό κοσμοείδωλο. Ο Franceso Patrizi (1529-1597) πρότεινε μια νέα μεταφυσική, στηριγμένη στο φως. Ο Patrizi υπήρξε ένας από τους πλέον ένθερμους υποστηρικτές της πλατωνικής φιλοσοφίας. Την ίδια περίπου εποχή ο Giordano Bruno (1548-1600) παρουσίασε έναν οντολογικό μονισμό, στηριγμένο στον νεοπλατωνισμό, το έργο του Λουκρήτιου και του καρδινάλιου Nicolaus Cusanus (1401-1464). Η φιλοσοφία του Bruno υποστήριζε τη νέα κοσμολογία του Κοπέρνικου και επιπλέον προσέθετε την αρχή ότι το σύμπαν είναι άπειρο και διεπόμενο από σχέσεις συμπάθειας μεταξύ όλων των όντων. Ο πλατωνισμός, ως πίστη στην προτεραιότητα των μαθηματικών ως μέσου κατανόησης και αποκωδικοποίησης της φύσης και ως μεταφυσική του φωτός, συνέβαλε αποφασιστικά και στις θεωρίες των Galileo Galilei (1564-1642) και Johannes Kepler (1571-1630), οι οποίοι ολοκλήρωσαν τη νέα κοσμολογία.

1. Ανάμεσα στους φιλοσόφους (ο Ερμής Τρισμέγιστος) πρώτος στράφηκε από τα φυσικά και μαθηματικά ζητήματα στον θαυμασμό των θείων και υπήρξε ο πρώτος που πραγματεύθηκε με άφατη σοφία το μεγαλείο του Θεού, τις τάξεις των δαιμόνων και τους μετασχηματισμούς της ψυχής. Συνεπώς, αποκλήθηκε ο πρώτος συγγραφέας της θεολογίας και τον ακολούθησε ο Ορφέας, λαμβάνοντας τη δεύτερη θέση στην αρχαία θεολογία. Ύστερα ο Αγλαόφημος, κατόπιν ο Πυθαγόρας ακολούθησε στη θεολογική διαδοχή, αφού είχε μυηθεί στα μυστήρια του Ορφέα. Ακολούθησε ο Φιλόλαος, ο δάσκαλος του θεϊκού μας Πλάτωνα. Με τον τρόπο αυτό, από μια αξιοθαύμαστη ακολουθία έξι θεολόγων, προέκυψε ένα κοινό σύστημα αρχαίας θεολογίας, αρμονικό σε κάθε του μέρος. (M. Ficino, Εισαγωγή στη μετάφραση του Corpus Hermeticum)

2. H λογική, όσο και τεκμήρια από πολλές φυλές και πολλές λογοτεχνίες, αποδεικνύουν ότι υπάρχει μια αρχή όλων των πραγμάτων και ότι υπήρξε μία και ίδια γνώση γι’ αυτή ανάμεσα σε όλους τους ανθρώπους. (A. Steuco, De perenni philosophia, Prefatio)
Συγγραφέας: Γεώργιος Στείρης
  • Rees, V., Allen, M.J.B. eds. Marsilio Ficino: His Theology, his Philosophy, his Legacy . Leiden, 2002.
  • Dougherty, M.V. ed. Pico della Mirandola: New Essays. Cambridge, 2008.
  • Hankins, J. Plato in the Italian Renaissance. Leiden, 1990.
  • Hankins, J. Humanism and Platonism in the Italian Renaissance, 2 τόμοι. Rome, 2003-4.
  • Schmitt, C.B. ed. The Cambridge History of Renaissance Philosophy. Cambridge, 1988.
  • Yates, F.A. Giordano Bruno and the Hermetic Tradition. London, 1964.
Ο Πλάτων στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη

Ο Πλάτων στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη

Ο Πλάτων απεικονίζεται στη βυζαντινή και περισσότερο στη...

Καντ, νεοκαντιανισμός και Πλάτων

Καντ, νεοκαντιανισμός και Πλάτων

Ο Καντ, όπως και ο νεοκαντιανισμός, επιχειρούν μια...

Απουλήιος

Απουλήιος

Πλατωνικός φιλόσοφος, ρήτορας και λογοτέχνης (περ. 125-180...

Αλκιβιάδης

Αλκιβιάδης

Διάλογος του Πλάτωνα με θέμα την αυτογνωσία και την ανάγκη...