Κατηγορία: Πρόσωπα

Πλατωνικές επιρροές στο ρεύμα του Σχολαστικισμού

Ο Αριστοτέλης είναι ευλόγως συνδεδεμένος αξεχώριστα με τον Μεσαίωνα. Μια προσεκτικότερη όμως μελέτη της μεσαιωνικής περιόδου αποδεικνύει ότι τα φιλοσοφικά έργα του Πλάτωνα και οι ποικίλες εκδοχές της πλατωνικής φιλοσοφίας άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους και στον Μεσαίωνα.

1. Η διαθεσιμότητα των κειμένων

Η λατινική Δύση είχε πρόσβαση σε μικρό μέρος της πλατωνικής γραμματείας. Έως τον 12ο αιώνα, μόνο ο Τίμαιος, ο διάλογος που καθόρισε τον μεσαιωνικό πλατωνισμό, ήταν διαθέσιμος στα λατινικά, έως το 53c, στη μετάφραση του Calcidius (4ος αιώνας). Ο ίδιος είχε συγγράψει και σχόλια στο τμήμα που μετέφρασε, στα οποία συμπεριλαμβάνονται εκτενή χωρία και από άλλους διαλόγους του Πλάτωνα, όπως ο Θεάγης, ο Θεαίτητος, η Πολιτεία και ο Φαίδρος. Στα μέσα του 12ου αιώνα, ο Henricus Aristippus, αρχιδιάκονος στην Κατάνια, μετέφρασε στα λατινικά τον Μένωνα και τον Φαίδωνα του Πλάτωνα. Στο β’ μισό του 13ου αιώνα, ο Gulielmus του Moerbecke (1215/35-1286) μετέφρασε στα λατινικά τα σχόλια του Πρόκλου(412-485) στον πλατωνικό Παρμενίδη. Το κείμενο περιείχε και ένα σημαντικό μέρος του πλατωνικού διαλόγου. Την ίδια εποχή κυκλοφορούσε στη Δύση και μια μεσοπλατωνικής προέλευσης σύνοψη των βασικών πλατωνικών διαλόγων, υπό τον τίτλο De Platonis pluribus libris compendiosa expositio (Συνοπτική έκθεση των περισσοτέρων έργων του Πλάτωνος).

Εκτός από τα κείμενα καθαυτά, η πλατωνική φιλοσοφία διαδόθηκε στη δυτική Ευρώπη από έμμεσες πηγές και αναφορές. Τα έργα αρκετών ρωμαίων συγγραφέων βρίθουν αναφορών στους πλατωνικούς διαλόγους. Από την άλλη, η μετάφραση και ο σχολιασμός της Εισαγωγής τουΠορφυρίου στα λατινικά από τον Βοήθιο (480-526) και των έργων του Ψευδο-Διονυσίου του Αρεοπαγίτη (6ος αιώνας) από τον Johannes Scotus Eriugena (800-877) είχαν προσδώσει σαφές νεοπλατωνικό χρώμα στη φιλοσοφία του Πλάτωνα. Η τάση αυτή ενισχύθηκε με το μεταφραστικό κίνημα του 12ου και 13ου αιώνα, όταν και μεταφράστηκαν στα λατινικά έργα των Νεμέσιου, Θεμίστιου, Πρόκλου, Σιμπλίκιου και Φιλόπονου. Η εικόνα της πλατωνικής σκέψης ήταν ένα μη συνεκτικό αμάλγαμα νεοπλατωνικών, σκεπτικών, στωικών και αριστοτελικών αναφορών.

2. Ο πλατωνισμός στον δυτικό Μεσαίωνα

Τη σκυτάλη του πλατωνισμού στη Δύση έλαβε στον 9ο αιώνα ο Εριγένης (Johannes Scotus Eriugena). Ο Eriugena είχε καταφέρει να εντοπίσει τα βασικά κείμενα του χριστιανικού νεοπλατωνισμού, τα οποία χρησιμοποίησε γόνιμα ώστε, σε συνδυασμό με τον πλατωνισμό του Αυγουστίνου (354-430) και του Βοήθιου, να παρουσιάσει μια νέα φιλοσοφία. Μέσω του ψευδο-διονυσιακού corpus ο Eριγένης μετασχηματίζει την πλατωνική διαλεκτική του Ενός σε θεολογική προσέγγιση του Θεού, δημιουργώντας το πλαίσιο της δυτικής μυστικής θεολογίας. Στο σημαντικότερό του έργο, το Periphyseon, παρουσιάζει μια εκχριστιανισμένη εκδοχή των πλατωνικών ιδεών. Σημαντικό ρόλο στη σύνθεση του Εριγένη διαδραμάτισε ο πλατωνικός Τίμαιος.

Το έργο του Πλάτωνα αξιοποίησε και ο Άνσελμος (Anselmus Cantuariensis, 1033-1109). Η φιλοσοφία του παραμένει προσηλωμένη αφενός στην παράδοση του Αυγουστίνου και αφετέρου στον πλατωνισμό της ύστερης αρχαιότητας. Στα περίφημα επιχειρήματά του για την απόδειξη της ύπαρξης του Θεού καταφεύγει στην αμεταβλητότητα των ιδεών και την υπεροχή της αιωνιότητας έναντι του πεπερασμένου χρόνου. Για τη συγκεκριμένη θέση του είχε και αυτός στηριχθεί στον Τίμαιο (37d), χωρίς όμως να είναι σίγουρο ότι είχε μελετήσει το ίδιο το κείμενο του Πλάτωνα. Σε άλλα σημεία του έργου του μοιάζει να σχολιάζει σημεία του Θεαίτητου.

Σημαντικότατη για τον μεσαιωνικό πλατωνισμό είναι η Σχολή της Chartres, όπως ορίζεται ένας κύκλος λογίων που δραστηριοποιήθηκε στην ομώνυμη γαλλική πόλη, στη διάρκεια κυρίως του 12ου αιώνα. Καταφεύγοντας στην ελληνική πατερική φιλοσοφία και το έργο του Johannes Scotus Eriugena, υποστήριξαν ότι η φύση αποτελεί πηγή του θεϊκού φωτός, το οποίο απευθύνεται ομοίως σε πιστούς και απίστους. Η φύση εξαρτάται από τα θεϊκά αρχέτυπα, τα οποία συμπλέκονται με την ύλη χάρις στο Λόγο, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας. Η μελέτη της φύσης οδηγεί στη γνώση του θεϊκού νου. Συνεπώς, η μελέτη του Τίμαιου κατέστη κεφαλαιώδους σημασίας για τους λογίους που ανήκαν στη σχολή της Chartres. Στα σχόλια που συνέγραψαν δεν περιορίστηκαν στην κοσμολογία, αλλά αφορμώμενοι από το κείμενο του Πλάτωνα δημιούργησαν ένα παράγωγο από τον Τίμαιο corpus γνώσης που επεκτεινόταν στη θεολογία, την ηθική, την πολιτική, τη μουσική, τα μαθηματικά και την ιατρική. Την ίδια εποχή, ο Petrus Abelardus (1079-1142), ο σημαντικότερος φιλόσοφος πριν από την κυριαρχία του αριστοτελισμού, αναφέρει συχνότατα τον Πλάτωνα, δίχως όμως να πλατωνίζει.

Η πλατωνική παράδοση δεν έμελε να αντέξει στη φιλοσοφική κοσμογονία του 13ου αιώνα. Το γεγονός που βάρυνε περισσότερο στην περιθωριοποίηση της πλατωνικής φιλοσοφίας ήταν η συνάντηση της αραβικής με τη δυτική φιλοσοφία. Η εκτίμηση του Αβερρόη περί της υπεροχής της αριστοτελικής έναντι της πλατωνικής φιλοσοφίας και η ευρύτητα του αριστοτελικού corpus άσκησαν καταλυτική επίδραση. Παρότι η πλατωνική φιλοσοφία δεν σταμάτησε να μελετάται στον 13ο και 14ο αιώνα, η εμβέλειά της ήταν περιορισμένη. Ο Τίμαιος εξακολουθούσε να αποτελεί τη βασική όψη του πλατωνισμού. Πέραν αυτού, από έμμεσες αναφορές και πηγές, φαίνεται ότι η ψυχολογία του Albertus Magnus (1200-1280), η μεταφυσική του *Ακινάτη (1225-1274) και ο ρεαλισμός του Ντουνς Σκώτου(1265/6-1308) εμφανίζουν εξάρτηση από βασικές πλατωνικές θέσεις. Την ίδια περίοδο, μετά και τη μετάφραση της Θεολογικής Στοιχειώσεως του Πρόκλου και άλλων κειμένων του νεοπλατωνισμού, η νεοπλατωνική μεταφυσική του φωτός υπερκέρασε σε δημοφιλία κάθε πλευρά του παραδοσιακού πλατωνισμού. Ο μόνος σημαντικός φιλόσοφος του 13ου αιώνα που κατέφευγε συστηματικά στον πλατωνισμό ήταν ο Henricus Gandavensis (1217-1293), ο οποίος υπερασπίστηκε τις πλατωνικές θέσεις στο ζήτημα των καθολικών εννοιών εναντίον των μεσαιωνικών ερμηνευτών του Αριστοτέλη.

1. O Πλάτων, αναλογιζόμενος μόνο ότι ο ανθρώπινος νους είναι άυλος και δίχως (να εξετάζει) ότι βρίσκεται ενωμένος με το σώμα με κάποιο τρόπο, υποστήριξε ότι τα αντικείμενα του νου είναι ξεχωριστές ιδέες. Συνεπώς, δεν κατανοούμε μέσω αφαίρεσης, αλλά συμμετέχοντας σε αφηρημένα. (Θωμάς Ακινάτης, Summa Theologiae, Ia, Q. 85, art. 1)

2. Για άλλη μια φορά, ένα σύνολο μπορεί να συγκροτηθεί από μια πολλαπλότητα είτε με τη σύνθεση των μερών της ίδιας κατηγορίας, όπως το ζώο σύγκειται από σώμα και ψυχή, είτε με τη σύνθεση γένους και ενός ή περισσοτέρων χαρακτηριστικών, όπως στην περίπτωση του σώματος και του ανθρώπου, είτε από το είδος και συλλογή ιδιοτήτων, όπως με τον Πλάτωνα. (Anselmus, De grammatico, 4.72)
Συγγραφέας: Γεώργιος Στείρης
  • Hankins, JStrayer, J.R. ed. . Dictionary of the Middle Ages. New York, 1987.
  • Hoenen, M.J.F.M., Gersh, S. eds. The Platonic Tradition in the Middle Ages: A Doxographic Approach. Berlin, 2002.
  • Gersh, S. Reading Plato, Tracing Plato, From Ancient Commentary to Medieval Reception. London, 2005.
  • Klibansky, R. The Continuity of the Platonic Tradition during the Middle Ages. London, 1939.
Πρόκλος

Πρόκλος

Ο σημαντικότερος φιλόσοφος της νεοπλατωνικής σχολής των...

Ακαδημεικός Σκεπτικισμός

Ακαδημεικός Σκεπτικισμός

Φιλοσοφικό ρεύμα που κυριάρχησε στην Ακαδημία από τον 3ο...

Πολέμων

Πολέμων

Αθηναίος φιλόσοφος, μαθητής του Ξενοκράτη, τρίτος κατά...

Η νεοπλατωνική σχολή της Αλεξάνδρειας

Η νεοπλατωνική σχολή της Αλεξάνδρειας

Νεοπλατωνική σχολή φιλοσοφίας που ήταν ενεργή περίπου από...