Κατηγορία: Ιστορικά θέματα

Βυζαντινά σχόλια στον Πλάτωνα

Στη βυζαντινή περίοδο (7ος-15ος αι.) τα πλατωνικά και νεοπλατωνικά κείμενα διαβάζονται αρκετά, επηρεάζουν σε πολλά σημεία τη φιλοσοφική και, λιγότερο, τη θεολογική σκέψη και σχολιάζονται, όχι συστηματικά ή εκτενώς.

Η γνώση και η χρήση του πλατωνικού έργου στο Βυζάντιο πιστοποιείται, από την πλούσια χειρόγραφη παράδοση των έργων του Πλάτωνα, (Αντιγραφές πλατωνικών έργων στο Βυζάντιο), αισθητά μικρότερη ωστόσο της αριστοτελικής, από την έμμεση και σιωπηρή οικειοποίηση ή ρητή απόρριψη μερικών ιδεών του, καθώς και από τα έργα που έγραψαν οι Βυζαντινοί ως σχολιασμό πλατωνικών κειμένων ή απόψεων. Ως σχόλια εδώ πρέπει να εννοήσουμε, πολύ γενικά, τα κείμενα από τον 7ο έως τον 15ο αιώνα (για τα προγενέστερα: Αρχαία υπομνήματα στους πλατωνικούς διαλόγους), που επιχειρούν να εξηγήσουν φράσεις και έννοιες της πλατωνικής παράδοσης και παίρνουν διάφορες μορφές: σχόλια στα περιθώρια κωδίκων, συνόψεις, σύντομες αναλύσεις, αλλά σχεδόν ποτέ τις γνωστές από την ύστερη αρχαιότητα εκτενείς μορφές του φιλοσοφικού υπομνήματος, της χριστιανικής βιβλικής εξήγησης ή ακόμη του σχολιασμού των αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων (π.χ. Ιωάννης Σκυθοπολίτης 6ος αι., Μάξιμος Ομολογητής αρχές 7ου αι.).

Παρότι η παρουσία της πλατωνικής παράδοσης εκτιμάται ότι είναι καθοριστική για τη διαμόρφωση τόσο της πρώιμης χριστιανικής σκέψης όσο και της βυζαντινής φιλοσοφίας, ως προς το πλατωνικό έργο δεν διαθέτουμε τον αριθμό των βυζαντινών σχολίων (και εκτενών υπομνημάτων) στον Αριστοτέλη, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι μεγάλος αριθμός των μαρτυρούμενων νεοπλατωνικών υπομνημάτων στους διαλόγους έχει χαθεί και πιθανώς ήταν άγνωστα και στους Βυζαντινούς. Είναι ίσως αναμενόμενο, εφόσον μετά τον Στέφανο Αλεξανδρέα που δίδαξε Πλάτωνα στην Κωνσταντινούπολη (μετά το 610) τα πλατωνικά κείμενα –με ελάχιστες εξαιρέσεις (όπως ο Ιωάννης Ιταλός και ο Πλήθων)– δεν αποτέλεσαν τα ίδια, ως κείμενα κάποιας αυθεντίας προς ερμηνεία, αντικείμενα συστηματικής μελέτης και διδασκαλίας.

Θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο βυζαντινές ‘επιστροφές’ στον Πλάτωνα και στην πλατωνική παράδοση: η μία αρχίζει με τον λεγόμενο πρώτο βυζαντινό ανθρωπισμό από τον 9ο και κορυφώνεται στις ανολοκλήρωτες απόπειρες του Μιχαήλ Ψελλού και του Ιωάννη Ιταλού τον 11ο αιώνα, και η δεύτερη καλύπτει τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου και κορυφώνεται στην παγανιστική επανοικείωση του Πλάτωνα από τον Πλήθωνα.

Ο πρώτος βυζαντινός λόγιος που ασχολήθηκε με το ίδιο το πλατωνικό έργο, μετά τον 7ο αιώνα, είναι ο Λέων ο Μαθηματικός ή Φιλόσοφος ή Σοφός (π.790-μετά το 869), ο οποίος προχώρησε σε διόρθωσιν του κειμένου των Νόμων ως το 5ο βιβλίο, στο πιο αρχαίο πλατωνικό χειρόγραφο (Parisinus graecus 1807, το χειρόγραφο Α των πλατωνικών εκδόσεων). Ο Πατριάρχης Φώτιος (π.810-μετά το 893) στάθηκε αμφίθυμος απέναντι στον Πλάτωνα: άσκησε κριτική στη θεωρία των ιδεών (Ἀμφιλόχια 77), ενώ ακολούθησε τον σχολιασμό του Πορφυρίου και του Αμμωνίου για τον Αριστοτέλη και μας μεταφέρει τις μοναδικές πληροφορίες για τον νεοπλατωνικό Ιεροκλή. Στον Αρέθα (π.850-932/944) οφείλουμε τον μεγάλο κώδικα με το πλατωνικό έργο (Clarkianus 39, το χειρόγραφο Β), ίσως τα σχόλια στον μεσοπλατωνικό Αλκίνοο, αλλά και τη διάσωση όλων των πλατωνικών Προλεγομένων.

Στον 11ο αιώνα ο Ψελλός (π.1018-1081) έφερε στο κέντρο της φιλοσοφικής παιδείας ολόκληρη την πλατωνική παράδοση, με έμφαση στα νεοπλατωνικά στοιχεία της. Γνώριζε και συχνά χρησιμοποίησε για τη διδασκαλία και την ερμηνεία πλατωνικών θεωριών και χωρίων νεοπλατωνικά κείμενα και υπομνήματα: τον Πλωτίνο, την Στοιχείωσιν Θεολογικήν και το υπόμνημα στον Τίμαιο του Πρόκλου, τα υπομνήματα του Σιμπλικίου και του Ολυμπιοδώρου στον Αριστοτέλη. Συντάσσει σχόλια στα Χαλδαϊκά Λόγια, δημοφιλές κείμενο της πλατωνικής παράδοσης, και πολλά σχετικά σύντομα σημειώματα όπου εξηγεί συγκεκριμένες φράσεις και ιδέες από το πλατωνικό έργο. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ίσως το Περὶ τῶν ἰδεῶν, ἃς ὁ Πλάτων λέγει, όπου εξηγείται η πλατωνική θεωρία με βάση πλωτινικά και άλλα χωρία. Παρότι στα σχόλιά του ο Ψελλός σημειώνει ενίοτε τη χριστιανική του αντίθεση και, σε επιστολή του, αρνείται ρητά ότι ο Πλάτων «είναι δικός [τ]ου», κατηγορήθηκε από αντιπάλους του ότι με την ενασχόλησή του αυτή και μέσω του Πλάτωνα θέλει να ανατρέψει την Εκκλησία και να επαναφέρει τον παγανισμό. Ανάλογες και βαρύτερες κατηγορίες, ότι προκάλεσε διαμάχες στην Κωνσταντινούπολη, ανακινώντας παλιές αιρέσεις με τη χρήση της φιλοσοφίας, απευθύνθηκαν στον μαθητή και διάδοχό του Ιωάννη Ιταλό (περ.1025-περ.1082) και οδήγησαν στην καταδίκη του• παρά τον πλατωνισμό του, στο έργο του δεν συναντάμε συστηματικά σχόλια στον φιλόσοφο αλλά αναφορές και αξιοποίηση των θέσεών του.

Αυτή η σύνδεση του Πλάτωνα με τον κίνδυνο των αιρέσεων (γνωστή από την πρώιμη χριστιανική αντιαιρετική γραμματεία) ίσως απέτρεψε την επικράτησή του στον κόσμο της βυζαντινής διανόησης, ωστόσο μαρτυρείται ότι το έργο του διαβαζόταν ακόμη και από την εχθρική προς τον Ιταλό Άννα Κομνηνή. Παράλληλα και κυρίως, όμως, το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στον Αριστοτέλη και συντάσσεται σειρά από εκτενή και σημαντικά υπομνήματα σε αρκετά αριστοτελικά έργα από τον Ευστράτιο Νικαίας και τον Μιχαήλ Εφέσιο. Αντίθετα, ο Νικόλαος Μεθώνης (†1160/66) συνέγραψε εκτενή αναιρετική πραγματεία-σχολιασμό της Στοιχειώσεως Θεολογικῆς του Πρόκλου και ο Νικηφόρος Χούμνος (1250-1327) πραγματεία κατά της θεωρίας των ιδεών.

Μετά τη Φραγκοκρατία, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία μοιάζει να στηρίζει την αναγέννηση σε πλατωνικούς φιλοσόφους-βασιλείς, ο πλατωνισμός χρησιμοποιήθηκε εναντίον του λατινικού αριστοτελισμού στις δογματικές διαμάχες για το filioque, ενώ τα πλατωνικά κείμενα διαβάζονταν και αντιγράφονταν σε μεγάλο αριθμό. Ο αντιαριστοτελιστής Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1332) σχολίασε ποικίλα αλλά ελάσσονα πλατωνικά θέματα στους Ὑπομνηματισμούς του. Ο ριζοσπαστικότερος Νικηφόρος Γρηγοράς (1293-1361) έγραψε διάλογο πλατωνικού (και λουκιανικού) τύπου, τον Φλωρέντιο, όπου επικρίνει τον λατινίζοντα θεολόγο Βαρλαάμ, ως σοφιστή ανίκανο για την αληθινή επιστήμη που μας έδειξε ο Πλάτων.

Εξέχουσα θέση στη σειρά αυτή των στοχαστών κατέχει Γεώργιος Παχυμέρης (1242-1307), ο οποίος στο πλούσιο φιλοσοφικό έργο του –και πέρα από τις αξιόλογες παραφράσεις του στον Διονύσιο Αρεοπαγίτη– ενέταξε το μοναδικό εκτενές βυζαντινό υπόμνημα, το Ὑπόμνημα εἰς τὸν Παρμενίδην Πλάτωνος. Σ’ αυτό φιλοδοξεί να συνεχίσει το ημιτελές υπόμνημα του Πρόκλου στον διάλογο, υιοθετώντας την ερμηνευτική προσέγγιση του εθνικού φιλοσόφου. Σε αυτόγραφο κώδικα του ίδιου σώζονται τα σχόλια του Πρόκλου στον Αλκιβιάδη (μείζονα) και του Ερμείου στον Φαίδρο.

O Πλήθων (1355/60-1454), καλός γνώστης του Πλάτωνα και του νεοπλατωνισμού, συνειδητά τοποθετούσε τον εαυτό του στην πλατωνική παράδοση και επιχείρησε την ολική επαναφορά της όχι μόνο στη φιλοσοφική αλλά και ευρύτερα στην πολιτικο-ιδεολογική σκηνή. Διάβασε προσεκτικά τα κείμενα και δημιουργικά τα ερμήνευσε για την οικοδόμηση του δικού του πολιτικο-φιλοσοφικού συστήματος πέρα από τον χριστιανισμό. Ωστόσο, ή ακριβώς για αυτό, ο κατεξοχήν πλατωνικός Βυζαντινός δεν ανέλαβε τον σχολιασμό του έργου του Πλάτωνα, ούτε με τον τρόπο των αγαπημένων του Νεοπλατωνικών ούτε με σύντομες εξηγήσεις. Βέβαια, διόρθωσε με το ίδιο του χέρι πλατωνικά κείμενα και μάλιστα τα λογόκρινε όπου δεν συμφωνούσε.

Στο πλαίσιο της διαμάχης πλατωνικών-αριστοτελικών, οι πλατωνικοί επιστρέφουν πιο προσεκτικά στα ίδια τα κείμενα και προβαίνουν στην ερμηνεία τους, προκειμένου να υποστηρίξουν την προτεραιότητα του Πλάτωνα σε σχέση με τον Αριστοτέλη. Ο πλέον μετριοπαθής Βησσαρίων (1403-1472) στο πολεμικό έργο του Ἔλεγχοι τῶν κατὰ Πλάτωνος βλασφημιῶν εκθέτει και σχολιάζει κεντρικές θέσεις της πλατωνικής φιλοσοφίας, ενώ σε άλλο εκτενές έργο του προχωρά σε κριτικές παρατηρήσεις και διόρθωση της λατινικής μετάφρασης των Νόμων από τον Γεώργιο Τραπεζούντιο.

Εκτός από τον σχολιασμό του Πλάτωνα, σχετικά είναι ίσως τα βυζαντινά σχόλια και υπομνήματα στον Πορφύριο, καθώς αναφέρονται στη νεοπλατωνική παράδοση: Αρέθας, Ιωάννης Τζέτζης (12ος αι.), Ανώνυμος (πριν από τον 13ο αι.), Λέων Μαγεντινός (τ.12ου-αρχές 13ου), Ιωσήφ Φιλάγρης (τ.14ου αι.), Πλήθων, Γεώργιος Σχολάριος (1400-1472). Ωστόσο, έχοντας ως αντικείμενό τους την Εἰσαγωγή του Πορφυρίου, κατ’ ουσίαν εντάσσονται στην ιστορία του ‘αριστοτελισμού’ και της λογικής.

Γενικά, οι Βυζαντινοί διάβαζαν και διδάσκονταν πλατωνικά κείμενα, στα οποία έβρισκαν και σχολίαζαν θετικά (αν και όχι πάντα με ρητή αναφορά στον φιλόσοφο) τη θεολογική τάση και την ύπαρξη της υπερβατικής διάστασης, τη μέθεξη των αισθητών στα νοητά, την αθανασία της ψυχής και την απελευθέρωση από την ύλη, την ομοίωση στον Θεό-δημιουργό του κόσμου. Αντίθετα, ήταν επιφυλακτικοί και ρητά καταδικαστικοί σε πλατωνικές θέσεις αντίθετες και επικίνδυνες για το χριστιανικό δόγμα, όπως η αιωνιότητα του κόσμου και των ιδεών, η προΰπαρξη των ψυχών και η μετεμψύχωση κ.ά. Έτσι η ανάγνωσή τους ήταν σχεδόν πάντα επιλεκτική και αμφίθυμη, καθώς η στάση απέναντι στον Πλάτωνα, καθόλη τη διάρκεια του μεσαιωνικού ελληνισμού, αντανακλούσε –με τις διακυμάνσεις της– την ένταση ανάμεσα στον χριστιανισμό και στον παγανιστικό ελληνισμό.

Συγγραφέας: Γεώργιος Ζωγραφίδης
  • Αρέθας, [Σχόλια στους διαλόγους Γοργία, Θεαίτητο]. .
  • Βησσαρίων, Περίληψη και ερμηνευτικά σχόλια στους Νόμους. .
  • Westerink, L.G. ed. Γεώργιος Παχυμέρης, Ὑπόμνημα εἰς τὸν Παρμενίδην Πλάτωνος. Αθήνα, 1989.
  • Westerink, L.G., Laourdas, B. eds. Αρέθας, Σχόλια σε Επιτομή και ανώνυμα Προλεγόμενα. 1962.
  • Μπενάκης, Λ. Γ. ed. Νικηφόρος Χούμνος, «Ὅτι μήτε ἡ ὕλη πρὸ τῶν σωμάτων μήτε τὰ εἴδη χωρίς, ἀλλ’ ὁμοῦ ταῦτα»,. 2002.
  • Angelou, A.D. ed. Νικόλαος Μεθώνης, Ἀνάπτυξις τῆς Θεολογικῆς Στοιχειώσεως Πρόκλου Πλατωνικοῦ φιλοσόφου. Αθήνα, 1984.
  • Westerink, L.G. ed. Φώτιος, «Περὶ γένους καὶ εἴδους ἀπορίαι διάφοροι, ἐν αἷς ἐστιν εὑρεῖν τὰς λύσεις αὐτῶν». Leipzig, 1986.
Φιλόλαος

Φιλόλαος

Πυθαγόρειος φιλόσοφος σύγχρονος του Σωκράτη – ο...

Έλληνες λόγιοι στην Ιταλία

Έλληνες λόγιοι στην Ιταλία

Στα τέλη του 14ου αιώνα μια σειρά λογίων, προερχόμενων από...

Μαϊμονίδης

Μαϊμονίδης

Ο Μαϊμονίδης (1138-1204) πραγματοποιεί μια μεγάλη σύνθεση...

Νουμήνιος

Νουμήνιος

Ένας από τους σημαντικότερους νεοπυθαγόρειους φιλοσόφους...