Κατηγορία: Πρόσωπα

Διονύσιος Αρεοπαγίτης

Τα συγγράμματα που παραδίδονται με το όνομα του Διονυσίου Αρεοπαγίτη γράφηκαν στις αρχές 6ου αι. και αποτελούν την προσπάθεια του άγνωστου χριστιανού συγγραφέα να κατανοήσει με φιλοσοφική (νεοπλατωνική) γλώσσα τη θεολογία και το λειτουργικό τυπικό. Αποτελούν σταθμό στην ιστορία του πλατωνισμό στον βυζαντινό και λατινικό Μεσαίωνα, καθώς επηρέασαν ολόκληρη τη χριστιανική σκέψη και θεωρήθηκαν το ύψιστο σημείο μιας χριστιανικής πρόσληψης της πλατωνικής μεταφυσικής.

1. Ο συγγραφέας των αρεοπαγιτικών συγγραφών

Ο συγγραφέας των έργων αυτών είναι ίσως το πιο γνωστό όνομα της χριστιανικής ανατολικής σκέψης στην ιστορία της φιλοσοφίας, είναι όμως και άγνωστος. Μηχανεύτηκε κάτι δημοφιλές στον Μεσαίωνα: δανείστηκε το όνομα και το κύρος του Διονυσίου, του Αρεοπαγίτη και πρώτου Αθηναίου προσήλυτου στον χριστιανισμό μετά την ομιλία του Απ. Παύλου (Πράξεις 17:34). Με τον τρόπο αυτό επεδίωξε να τα αναγάγει στην αποστολική εποχή και έτσι να αποκτήσουν αρχαιότητα και κύρος –με μια λέξη, αυθεντία. Επρόκειτο για μία από τις πιο επιτυχημένες πλαστοπροσωπίες στον χώρο της σκέψης, αν σκεφτούμε ότι έως τα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί την πίστευαν, παρότι η αυθεντικότητά τους αμφισβητήθηκε επί τη εμφανίσει τους (από τον Υπάτιο Εφέσου το 532). Αλλά ενώ δεκάδες νόθα έργα έχουν μείνει στο περιθώριο, ήταν επιτυχημένη γιατί τα ίδια τα κείμενα ήταν σημαντικά. Γι' αυτό άλλωστε συνεχίζουμε να τα διαβάζουμε με αδιάπτωτο ενδιαφέρον και σήμερα που γνωρίζουμε ότι συγγραφέας τους δεν είναι ο Διονύσιος του 1ου αιώνα.

Η εδώ και πάνω από έναν αιώνα συζήτηση για την ταυτότητα του συγγραφέα παραμένει αδιέξοδη. Όλες οι προτάσεις ταύτισης του συγγραφέως των με κάποιον βυζαντινό (Σεβήρο Αντιοχείας, Πατριάρχη μένουν υποθέσεις, λιγότερο ή περισσότερο ευλογοφανείς. Αυτό που καταλαβαίνουμε από τις συνθήκες εμφάνισης των κειμένων (γύρω στο 528) και από τα ίδια τα κείμενα είναι πως τα έγραψε πιθανότατα τη δεκαετία του 520 ένας ελληνόφωνος χριστιανός επίσκοπος (ή μοναχός), συριακής καταγωγής, γνώστης της ισχυρής τοπικής πνευματικής παράδοσης (χριστιανικής και εθνικής) και της προγενέστερης πατερικής και νεοπλατωνικής σκέψης. Λίγα ονόματα αρκούν για να φανούν οι επιδράσεις που δέχθηκε και αξιοποίησε δημιουργικά στο έργο του: Γρηγόριος Νύσσης, Ευάγριος, Μακάριος, Ιάμβλιχος, Πρόκλος.

Το corpus dionisiacum αποτελείται από τα έργα: Περὶ μυστικῆς θεολογίας, Περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας, Περὶ οὐρανίας ἱεραρχίας, Περὶ θείων ὀνομάτων και μερικές μικρές επιστολές.

2. Οι βασικές ιδέες και ο ‘πλατωνισμός’ του Διονυσίου

Ο Διονύσιος δεν είχε ως στόχο να συντηρήσει τον παγανισμό με χριστιανικό ένδυμα. Χρησιμοποίησε νεοπλατωνική γλώσσα και θεωρίες, όπως εξάλλου και πατερικές, πιστεύοντας ότι αυτό βοηθά στη βαθύτερη κατανόηση των Γραφών και ότι ένα είδος νεοπλατωνικής ανάγνωσής τους παραμένει χριστιανικό.

Ένας κεντρικός στόχος του Διονυσίου, και των συγχρόνων του νεοπλατωνικών, ήταν η γνώση του Θεού και η ένωση με αυτόν (θέωση). Αν όμως η γνώση είναι άμεσα συνυφασμένη με την έκφρασή της, θεμέλιο της γνωσιοθεωρίας δεν μπορεί να είναι παρά μια θεωρία της γλώσσας. Το ερώτημα του μεταφυσικού λόγου "πώς μπορούμε να μιλήσουμε για τον Θεό", να διατυπώσουμε προτάσεις για τον Θεό και τη δημιουργία, συναντά το ερώτημα για την αλήθεια, η οποία στον χριστιανισμό ταυτίζεται με τον Θεό. Η γλώσσα και ο νους έχουν όρια, και εντός των ορίων αυτών οφείλουμε να ξεκαθαρίζουμε με ποιον τρόπο μιλάμε κάθε φορά για τον Θεό, που μπορεί να υπερβαίνει τον νου αλλά παραμένει το κατεξοχήν αντικείμενό του.

Ο πρώτος τρόπος, η "καταφατική θεολογία", είναι να μιλάμε για τον Θεό ως την πηγή και αιτία των όντων, να του αποδώσουμε μια σειρά κατηγορημάτων. Λ.χ. τον αποκαλούμε "αγαθό" και εννοούμε ότι είναι η αιτία κάθε αγαθού κοκ. Οι προτάσεις αυτές εύκολα ολισθαίνουν προς τον ανθρωπομορφισμό, καθώς αποδίδουν ανθρώπινες ιδιότητες στον Θεό. Γι' αυτό, συμπληρωματικά (αν και εκ πρώτης όψεως αντιθετικά) έρχεται η "αποφατική θεολογία" (με καταγωγή από τον μεσοπλατωνισμό), στην οποία αρνούμαστε οποιαδήποτε ιδιότητα στον Θεό, ακόμη και το χαρακτηριστικό της ύπαρξης. Η ακραία της πρόταση "ο Θεός δεν είναι ον" δηλώνει ότι βρίσκεται πέρα όχι μόνο από τον νου αλλά και την ουσία.

Η συμπληρωματικότητα των δύο θεολογιών φαίνεται στον υπεροχικό τρόπο, που καταφάσκει σε μια ιδιότητα (αγαθός) και την αρνείται (υπέρ-), συνθέτοντας μια λέξη ("υπεραγαθός"), όπου δεν αναιρείται το θετικό περιεχόμενο αλλά υπερβαίνεται. Ο Διονύσιος δεν ενδίδει στις αξιώσεις του λόγου να μιλήσει για την ουσία του Θεού ούτε του νου να διεισδύσει στον "θείο γνόφο" της "υπερούσιας" θεότητας.

Η θεία πραγματικότητα ‘είναι’ ὑπερούσιος οὐσία, ὑπεράγαθος ἀγαθότης, που ωστόσο αποτελεί την πηγή του είναι του κόσμου. Είναι η απόλυτη και αμέθεκτη πραγματικότητα. Εδώ τονίζεται ιδιαίτερα ἀκοινώνητον και η ενότητα του θείου, ότι είναι Μονάς και Ενάς• στην ενότητα αυτή στηρίζεται στην απλότητα και το αμερές. Η σύνολη πραγματικότητα είναι μια θεοφάνεια, μια έκφραση του Ενός, εκδήλωση της κρυμμένης φύσης της θεότητας• και τα επίπεδά της είναι βαθμίδες του είναι, ιεραρχίες ουράνιες (αγγελικές) ή εκκλησιαστικές (ανθρώπινες). Η ψυχή συλλαμβάνει το πλήρες σκότος της θεότητας, αλλά η απόλυτη υπερβατικότητά της είναι απρόσιτη. Με την κάθαρση και τον φωτισμό της ψυχής και με κινητήρια δύναμη τον "έρωτα" ο άνθρωπος –όχι όμως με τις δικές του δυνάμεις, αλλά με τη θεία συνεργεία (μια σημαντική διαφορά από τον πλατωνισμό)– φεύγει από τις μεσολαβήσεις και πετυχαίνει την άμεση άνοδο και την ένωση με τον ανώνυμο και πολυώνυμο Θεό. "Άφησε τις αισθήσεις και τις λειτουργίες του νου, όλα τα αισθητά και τα νοητά, όλα όσα υπάρχουν και όσα δεν υπάρχουν, και υψώσου -χωρίς τη βοήθεια της γνώσης- για να ενωθείς, όσο γίνεται, με αυτό που είναι πέρα από κάθε ουσία και γνώση" (Μυστική θεολογία 1).

Τα κείμενα του Διονυσίου συχνά θεωρήθηκαν περισσότερο νεοπλατωνικά από όσο θα επέτρεπε ακόμη και ο πιο μυστικιστικός χριστιανισμός. Οι ερμηνευτικές διαμάχες περί πλατωνισμού ή μη του Διονυσίου δεν είναι οι συνηθισμένες, διότι στα κείμενά του δοκιμάζονται ακριβώς τα όρια της χριστιανικής σκέψης, που γίνεται εμπρόθετα φιλοσοφική χωρίς να θέλει να χάσει τη θεολογική φύση της, και της ύστερης πλατωνικής παράδοσης, που μοιάζει –παρά τις αντιστάσεις των τότε πλατωνικών– να υποτάσσεται σε μιαν άλλη υπερβατικότητα και θεουργία. Ουσιαστικά στο πρόσωπο του (κατηγορούμενου ή επαινούμενου ως πλατωνικού) Διονυσίου ανοίγεται το ζήτημα της σχέσης χριστιανισμού και φιλοσοφίας.

Το θεωρητικό ερώτημα είναι μήπως ακόμη και αν θεωρούσε τον εαυτό του χριστιανό, αυτός ο χριστιανισμός είναι καθοριστικά επηρεασμένος από το αντι-χριστιανικό φιλοσοφείν. Ο Λούθηρος ήταν καταδικαστικός ως προς αυτό: ο Διονύσιος ήταν περισσότερο πλατωνικός παρά χριστιανός, άρα ένας ακόμη Έλληνας που συντέλεσε στη διάθρωση της χριστιανικής πίστης από τη φιλοσοφία. Ήδη, αλλά από άλλη σκοπιά, ο Φιτσίνο ήθελε τον Διονύσιο «χριστιανό Πρόκλο», «πρώτα πλατωνικό και έπειτα χριστιανό». Έτσι, δεν είναι τυχαίο ότι, ειδικά από τον Λούθηρο και εξής, πολλοί χριστιανοί θεολόγοι (κάθε ομολογίας και προσανατολισμού) είτε αποδέχθηκαν δύσθυμα την επίδρασή του στη μεσαιωνική πνευματικότητα είτε αρνήθηκαν στο πρόσωπό του τον αποφατισμό ως βασικό συστατικό της χριστιανικής σκέψης και τόνισαν ότι είναι ιδιαίτερα φιλοσοφικός και πλατωνικός, ακόμη περισσότερο ένας νεοπλατωνικός έντονα δυιστικός μυστικιστής.

Η πνευματικότητα του Διονυσίου φαίνεται να βασίζεται όχι απλώς σε μια φιλοσοφική θεολογία, που υιοθετεί τη γλώσσα του Πρόκλου, αλλά στην κατανόηση της Γραφής και σε μυστική εμπειρία. Η θεουργία του ενσωματώνει εκείνη του Ιάμβλιχου αλλά είναι λειτουργική: ο χριστιανός θεουργός είναι ενταγμένος στον θεσμό της εκκλησίας και η ίδια η λειτουργία θεωρείται τελετουργία που επιφέρει τη γνωστική και οντολογική μετάβαση στους συμμετέχοντες, ενώ αποτελεί τύπο και παρουσία του έπερχομένου αἰῶνος. Υπό αυτή την έννοια, θεωρήθηκε μια μορφής ‘εκκλησιασμού’ του πλατωνισμού, ένας «χριστιανός και ταυτοχρόνως αληθινός πλατωνικός" (Beierwaltes), ένα από τα υψηλότερα δείγματα συμβατότητας χριστιανισμού και (ύστερου) πλατωνισμού, και γενικότερα φιλοσοφίας.

Τα ζεύγη ρητό-άρρητο, ορατό-αόρατο, γνώση-αγνωσία, υπερβατικό-ενδοκοσμικό, ασύμβατα κατ'αρχήν, δεν συνιστούν άλυτες αντινομίες για τον Διονύσιο. Η διαλεκτική τους σχέση επιτρέπει την υπέρβαση των δύο μερών στο επίπεδο του λόγου και του πρακτικού βίου. Ο Διονύσιος μάλλον πιστεύει ότι το ίδιο μπορεί να συμβεί με τα ζεύγη λόγος-αποκάλυψη, πλατωνισμός-χριστιανισμός, φιλοσοφία-θεολογία• πιστεύει στη συμπληρωματικότητά τους. Δεν προβαίνει απλώς σε μιας μορφής εκχριστιανισμό του Πρόκλου (και της πλατωνικής μεταφυσικής), καθώς η σύνθεσή του αντλεί από την Αλεξανδρινή παράδοση (Φίλων, Κλήμης, Ωριγένης), τους Καππαδόκες πατέρες και την ανατολική μοναστική παράδοση. Ωστόσο από τον νεοπλατωνισμό κερδίζει την ιδέα του ιεραρχημένου μεταφυσικού σύμπαντος μεταξύ Θεού και ανθρώπου (που παρουσιάζει αναλογίες με την κάθετη οργάνωση της κοινωνίας και της Εκκλησίας), και τον συγκερασμό φιλοσοφίας και θεολογίας.

3. Η επίδραση των αρεοπαγιτικών συγγραφών

Η αποφατική θεολογία του επέδρασε στη βυζαντινή, τη δυτική μυστική παράδοση, αλλά και τη σλαβική θεολογία. Τα έργα του υπομνηματίστηκαν από βυζαντινούς θεολόγους και φιλοσόφους, όπως ο Ιωάννης Σκυθοπολίτης (6ος αι.), Μάξιμος Ομολογητής (7ος αι.) και ο Γεώργιος Παχυμέρης, και, ερμηνευμένα έτσι ώστε να μην εγείρουν υπόνοιες μονοφυσιτισμού, αποτελούν έως σήμερα σημείο αναφοράς της ορθόδοξης θεολογίας και της μυστικής παράδοσης. Μεταφράστηκαν στη Δύση ήδη από τον 9ο αι., επηρέασαν τον Εριγένη και ήταν βασική έμμεση πηγή για τον πλατωνισμό. Σχολιάστηκαν επίσης από τους μεγαλύτερους δασκάλους της λατινικής φιλοσοφίας, όπως τον Ούγο του Αγ. Βίκτωρος, τον Αλβέρτο τον Μέγα και τον Θωμά Ακινάτη, και επέδρασαν στη διαμόρφωση της σχολαστικής μεταφυσικής, δίνοντάς της, μαζί με τον Αυγουστίνο, ένα πλατωνικό χρώμα και την έμφαση στην απόλυτη απλότητα του Θεού. Ειδικά το Περὶ μυστικῆς θεολογίας επηρέασε τους σημαντικότερους δυτικούς μυστικούς, όπως ο Βερνάδρος του Κλαιρβώ, ο Μποναβεντούρα, ο Νικόλαος Κουζανός και ο Αγ. Ιωάννης του Σταυρού.

Η σημασία της σκέψης του φαίνεται σήμερα: στην εντατική μελέτη του, στην εκμετάλλευσή της στον διάλογο της ορθόδοξης σκέψης με τη φιλοσοφία, στη συζήτηση για τη σημασία των συμβόλων στη σκέψη και τον μυστικισμό, στον αποφατικό και αντι-οντοθεολογικό χαρακτήρα του σύγχρονου νεοπλατωνικού χριστιανισμού. Θεωρήθηκε και θεωρείται και σήμερα από πολλούς ως το κορυφαίο παράδειγμα (νεο)πλατωνικής χριστιανικής σκέψης.

Συγγραφέας: Γιώργος Ζωγραφίδης
  • Σακαλής, Ι. Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Έργα. Θεσσαλονίκη, 1985-87, (επανέκδοση 2000).
  • Χατζημιχαήλ, Δ. Διονύσιος Αρεοπαγίτης, Περί θείων ονομάτων. Περί μυστικής θεολογίας. Θεσσαλονίκη, 2008.
  • Σιάσος, Λ. Εραστές της αληθείας: Έρευνα στις αφετηρίες και στη συγκρότηση της θεολογικής γνωσιολογίας κατά τον Πρόκλο και το Διονύσιο Αρεοπαγίτη. Θεσσαλονίκη, 1984.
  • Stang, C.M., Coakley, S. Re-thinking Dionysius the Areopagite. Oxford, 2009.
  • Klitenic Wear, S. , Dillon, J. Dionysius the Areopagite and the Neoplatonist Tradition: Despoiling the Hellenes. Aldershot, 2007.
  • Perl, E. D. Theophany: The Neoplatonic Philosophy of Dionysius the Areopagite. New York, 2008.
  • Schäfer, C. Philosophy of Dionysius the Areopagite: an introduction to the structure and the content of the treatise On the Divine Names. Leiden, 2006.
Γοργίας

Γοργίας

Μετά την Πολιτεία και τους Νόμους, ο Γοργίας είναι ο...

Ο μύθος του σπηλαίου

Ο μύθος του σπηλαίου

Αλληγορία που διηγείται ο Σωκράτης στην αρχή του εβδόμου...

Νόθοι  Διάλογοι του Πλάτωνα

Νόθοι Διάλογοι του Πλάτωνα

Ως νόθοι διάλογοι του Πλάτωνα χαρακτηρίστηκαν από την...

Αντιγραφές πλατωνικών έργων στο Βυζάντιο – χειρόγραφη παράδοση

Αντιγραφές πλατωνικών έργων στο Βυζάντιο – χειρόγραφη παράδοση

Η χειρόγραφη παράδοση των έργων του Πλάτωνα (ή έργων που...